Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

δέω

αἰολ. καὶ ἐπ. δεύω' μοῦ λείπει κάτι, χρειάζομαι, ἔχω ἀνάγκη τινός, στεροῦμαι τινος.

ΙΙ. συχν. ὡς ἀποθ. δέομαι' αἰσθάνομαι τὴν ἔλλειψη ἢ ἀπώλεια πράγματός τινος, εἶμαι ἀνίκανος νὰ εὗρω τι, τά ᾿χω χαμένα' εἶμαι ἐλλιπὴς εἴς τι, ὑστερῶ εἴς τι.

[
δευόμενον, μτχ. οὐδ. ἐνεστ. τοῦ δεύω (Α 134)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: