Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ἐλαῦνω

βάλλω εἰς κίνηση, τὸ κάνω νὰ κινηθῇ πρὸς τὰ ἐμπρός, κυρ. ἐπὶ ἵππων, ἁρμάτων, πλοίων' φαινομενικῶς ἀμτβ., ἱππεύω, πλέω, κωπηλατῶ ' οἱ ἐλαύνοντες=οἱ κωπηλᾶτες' γαλήνην ἐλαύνω=πλέω σὲ γαλήνια θάλασσα διὰ τῶν κωπῶν | 2. ἀμτβ., προχωρῶ, προβαίνω | 3. ἀπομακρύνω, ἀπομακρύνομαι, ἀπάγω | 4. συνθλίβω, εἰς στενὸ χώρο, πιέζω ἐν μάχῃ.

ΙΙ. παθ., διέρχομαι διὰ μέσου | 2. σφυρηλατῶ μέταλλο | 3. ἀνορύσσω, ἀνασκάπτω, φυτεύω, παράγω.

[
ἤλασαν, γ’ πληθ. ὀριστ. ἀορ. α’ (Α 154)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: