Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ἔκπαγλος, ον

(μτφρ. ἀντὶ ἔκπλαγος ἐκ τοῦ ἐκλπαγῆναι)' τρομερός, φοβερός, φρικτός | 2. θαυμαστός, ἐκπληκτικός, θαυμάσιος | 3. ὑπερθ. , ἐκπαγλότατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: