Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ἑκάεργος

(ὁ)' (ἑκάς + ἔργω)' ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος, ὁ ἐργαζόμενος (ἐνεργών) ἀπὸ μακριά, ὁ μακρὰν τοξεύων, μακρὰν ἀκοντίζων, ὡς τὸ ἑκηβόλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: