Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

ἑκηβόλος

(ὁ) (ἑκάς + βάλλω), δωρ. ἑκαβόλος, ον, «παρὰ τὸ ἑκὰς βάλλειν» Εὐστ., ὁ μακρὰν ἢ μακρόθεν βάλλων, κτυπῶν, «ἑκηβόλος· τοξότης, μακροβόλος, εὔστοχος» Ἡσύχ., ὡς τὸ ἑκατηβόλος, ἑκάεργος, ἕκαστος ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος, (πιθανῶς οὕτω καλουμένου ὡς ἀοράτου ὄντος ἐν τῷ οὐρανῷ, Nitzsch Ὀδ. Γ. 279)· ἐπὶ τῆς Ἀρτέμιδος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: