Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΛΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΛΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ἑκατηβόλος, ον

(ἑκάς + βάλλω)' ὁ μακρὰν βάλλων (ἀκοντίζων, τοξεύων), ὁ ἀπὸ μακριὰ ἐπιτυγχάνων, ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

βάλλω - βάλλομαι

ἰων. βαλέω, ῥίπτω, πετῶ, ἐξακοντίζω, ἐκσφενδονίζω | 2. μτφρ. ἐπὶ ἤχου, πίπτω, προσπίπτω | 3. ἐπὶ πλοίων, ἐφορμῶ | 4. σπρώχνω, σκουντῶ | 5. ἀφήνω νὰ πέσει | 6. ἐπὶ δακρύων, χύνω δάκρυα | 7. βάλλω, τοποθετῶ, βάζω.

ΙΙ. μέσον, βάλλομαι, ἀναμετρῶ κατ’ ἐμαυτόν, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι | 2. ῥίπτω ἐπάνω μου | 3. βάλλω θεμέλιον, θεμελιώνω: βάλλομαι ἄστυ=ἱδρύω πόλιν.

Ἐτυμ.: ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ΒΑΛ- (ΒΕΛ-, ΒΟΛ-): βέλος, βέλεμνον, βελόνη, βλητός, βολή, βόλος, βολίς.

[
βάλε, ἐπ. ἀντὶ ἔβαλε, ἀόρ. β’ τοῦ βάλλω (Α 245)]

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

βέλος

(τό)' (βάλλω) πᾶν τὸ βαλλόμενον, βλῆμα, ἰδίως βέλος, ἀκόντιον, κεραυνός· συχν. παρ’ Ὁμ.· ἐπὶ τοῦ τεμαχίου βράχου ὅπερ οἱ Κύκλωπες ἐξεσφενδόνησαν, πόντονδε βαλὼν βέλος Ὀδ. Ι. 495· ἐπὶ τοῦ βοείου ποδός, τὸν ὁποῖον εἷς τῶν μνηστήρων ἔρριψε κατά τοῦ Ὀδυσσέως, Υ. 305, πρβλ. Π. 464· (περὶ τοῦ ἐν Ἰλ. Θ. 513, ἴδε πέσσω ἐν τέλει)· ὑπὲκ βελέων=ἔξω τῆς προσβολῆς τῶν βελῶν, Ἰλ. Δ. 465· ἐκ βελέων Λ. 163 | 2. τὰ ἀγανὰ βέλεα τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Ἀρτέμιδος παρ’ Ὁμήρῳ ἀείποτε δηλοῦσι τὸν αἰφνίδιον καὶ εὔκολον θάνατον τῶν ἀνδρῶν ἢ τῶν γυναικῶν κατὰ τὸν προσβάλλοντα θεὸν ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Λ. 269, τὸ βέλος ὀξὺ τῆς Εἰλειθυίας εἶναι αἱ ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

ἑκηβόλος

(ὁ) (ἑκάς + βάλλω), δωρ. ἑκαβόλος, ον, «παρὰ τὸ ἑκὰς βάλλειν» Εὐστ., ὁ μακρὰν ἢ μακρόθεν βάλλων, κτυπῶν, «ἑκηβόλος· τοξότης, μακροβόλος, εὔστοχος» Ἡσύχ., ὡς τὸ ἑκατηβόλος, ἑκάεργος, ἕκαστος ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος, (πιθανῶς οὕτω καλουμένου ὡς ἀοράτου ὄντος ἐν τῷ οὐρανῷ, Nitzsch Ὀδ. Γ. 279)· ἐπὶ τῆς Ἀρτέμιδος.