Ομήρου Ιλιάς ΙΙ
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Λεξικά
Kalós
Perseus Digital Library
The Archimedes Project
Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης - Liddell-Scott
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης
Επεξηγήσεις
Συντετμημένες λέξεις καὶ σημεῖα
Λέξεις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Φεβρουαρίου (2)
Δεκεμβρίου (19)
Νοεμβρίου (14)
Μαρτίου (27)
Φεβρουαρίου (27)
Ιανουαρίου (9)
Δεκεμβρίου (7)
Νοεμβρίου (16)
Ιουλίου (9)
Ιουνίου (21)
Απριλίου (16)
Μαρτίου (42)
Φεβρουαρίου (33)
Δεκεμβρίου (10)
Ιουλίου (2)
Ιουνίου (9)
Μαΐου (7)
Απριλίου (103)
Μαρτίου (75)
Φεβρουαρίου (128)
Ιανουαρίου (37)
Δεκεμβρίου (60)
Νοεμβρίου (116)
Σεπτεμβρίου (2)
Ιουλίου (39)
Ιουνίου (24)
Απριλίου (3)
Μαρτίου (1)
Φεβρουαρίου (1)
Blog Me
Ομήρου Ιλιάς
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 13 χρόνια
Αρχαία Ελληνικά
Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας
Πριν από 14 χρόνια
Πληροφορίες
kalliopi
Το σώμα μας έχει την ιδιότητα να αυτοθεραπεύεται. Ύψιστη σημασία έχουν οι παράγοντες: Διατροφή, Κίνηση, Περιβάλλον, Τρόπος Ζωής, Τρόπος Σκέψης - Ιπποκράτης, 432π.Χ.
Προβολή πλήρους προφίλ
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΒΑΛΛΩ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΒΑΛΛΩ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
ἑκατηβόλος, ον
(
ἑκάς
+
βάλλω
)' ὁ μακρὰν βάλλων (ἀκοντίζων, τοξεύων), ὁ ἀπὸ μακριὰ ἐπιτυγχάνων, ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος.
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
βάλλω - βάλλομαι
ἰων.
βαλέω
, ῥίπτω, πετῶ, ἐξακοντίζω, ἐκσφενδονίζω
| 2.
μτφρ. ἐπὶ ἤχου, πίπτω, προσπίπτω
| 3.
ἐπὶ πλοίων, ἐφορμῶ
| 4.
σπρώχνω, σκουντῶ
| 5.
ἀφήνω νὰ πέσει
| 6.
ἐπὶ δακρύων, χύνω δάκρυα
| 7.
βάλλω, τοποθετῶ, βάζω.
ΙΙ.
μέσον,
βάλλομαι
, ἀναμετρῶ κατ’ ἐμαυτόν, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι
| 2.
ῥίπτω ἐπάνω μου
| 3.
βάλλω θεμέλιον, θεμελιώνω:
βάλλομαι ἄστυ
=ἱδρύω πόλιν.
Ἐτυμ
.: ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης
ΒΑΛ
- (
ΒΕΛ
-,
ΒΟΛ
-): βέλος, βέλεμνον, βελόνη, βλητός, βολή, βόλος, βολίς.
[
βάλε
, ἐπ. ἀντὶ
ἔβαλε
, ἀόρ. β’ τοῦ
βάλλω
(Α 245)
]
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008
βέλος
(τό)' (
βάλλω
) πᾶν τὸ βαλλόμενον, βλῆμα, ἰδίως βέλος, ἀκόντιον, κεραυνός· συχν. παρ’ Ὁμ.· ἐπὶ τοῦ τεμαχίου βράχου ὅπερ οἱ Κύκλωπες ἐξεσφενδόνησαν,
πόντονδε βαλὼν βέλος
Ὀδ. Ι. 495· ἐπὶ τοῦ βοείου ποδός, τὸν ὁποῖον εἷς τῶν μνηστήρων ἔρριψε κατά τοῦ Ὀδυσσέως, Υ. 305, πρβλ. Π. 464· (περὶ τοῦ ἐν Ἰλ. Θ. 513, ἴδε
πέσσω
ἐν τέλει)·
ὑπὲκ βελέων
=ἔξω τῆς προσβολῆς τῶν βελῶν, Ἰλ. Δ. 465·
ἐκ βελέων
Λ. 163
| 2.
τὰ ἀγανὰ βέλεα
τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Ἀρτέμιδος παρ’ Ὁμήρῳ ἀείποτε δηλοῦσι τὸν αἰφνίδιον καὶ εὔκολον θάνατον τῶν ἀνδρῶν ἢ τῶν γυναικῶν κατὰ τὸν προσβάλλοντα θεὸν ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Λ. 269,
τὸ βέλος ὀξὺ τῆς Εἰλειθυίας
εἶναι αἱ ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008
ἑκηβόλος
(ὁ) (
ἑκάς
+
βάλλω
), δωρ.
ἑκαβόλος
, ον, «παρὰ τὸ ἑκὰς βάλλειν» Εὐστ., ὁ μακρὰν ἢ μακρόθεν βάλλων, κτυπῶν, «ἑκηβόλος· τοξότης, μακροβόλος, εὔστοχος» Ἡσύχ., ὡς τὸ
ἑκατηβόλος
,
ἑκάεργος
, ἕκαστος ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος, (πιθανῶς οὕτω καλουμένου ὡς ἀοράτου ὄντος ἐν τῷ οὐρανῷ, Nitzsch Ὀδ. Γ. 279)· ἐπὶ τῆς Ἀρτέμιδος.
Παλαιότερες αναρτήσεις
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)