Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

βάλλω - βάλλομαι

ἰων. βαλέω, ῥίπτω, πετῶ, ἐξακοντίζω, ἐκσφενδονίζω | 2. μτφρ. ἐπὶ ἤχου, πίπτω, προσπίπτω | 3. ἐπὶ πλοίων, ἐφορμῶ | 4. σπρώχνω, σκουντῶ | 5. ἀφήνω νὰ πέσει | 6. ἐπὶ δακρύων, χύνω δάκρυα | 7. βάλλω, τοποθετῶ, βάζω.

ΙΙ. μέσον, βάλλομαι, ἀναμετρῶ κατ’ ἐμαυτόν, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι | 2. ῥίπτω ἐπάνω μου | 3. βάλλω θεμέλιον, θεμελιώνω: βάλλομαι ἄστυ=ἱδρύω πόλιν.

Ἐτυμ.: ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ΒΑΛ- (ΒΕΛ-, ΒΟΛ-): βέλος, βέλεμνον, βελόνη, βλητός, βολή, βόλος, βολίς.

[
βάλε, ἐπ. ἀντὶ ἔβαλε, ἀόρ. β’ τοῦ βάλλω (Α 245)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: