Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

ἐφίημι

(ἐπί + ἵημι) στέλνω | 2. ἐπὶ πραγμάτων, ρίπτω, ἀκοντίζω κατά τινος | 3. ἐπὶ γεγονότων, τοῦ πεπρωμένου κτλ., πέμπω εἴς τινα (τοῦ παραχωρῶ) | 4. στέλνω ἐναντίον τινος | 5. μτφρ., χαλαρώνω, ὑποχωρῶ, παραδίδομαι, ἐπιτρέπω | 6. ὡς νομικὸς ὄρος, ἀναφέρομαι εἰς ἀνώτερο δικαστήριο.

ΙΙ. μέσον ἀφίεμαι, διατάσσω | 2. ἐπιτρέπω σὲ κάποιον νὰ πράξει κάτι | 3. ἀποβλέπω σὲ κάτι, ἐπιθυμῶ, ποθῶ.

[
ἐφιείς, μτχ. ἐνεστ. τοῦ ἐφίημι (Α 51)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: