Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

αἴτιος, α, ον

(καὶ σπαν. –ος,-ον)' ὁ παρέχων τὴν αἰτίαν, τὴν εὐκαιρία γιὰ κάτι, ὁ ὑπεύθυνος γιὰ κάτι, ὁ ἄξιος μομφῆς γιὰ κάτι | 2. συχνότ. μετὰ κακῆς σημ., ὁ προξενῶν κακό, ὁ ἀξιόμεμπτος, ὁ ἔνοχος | 3. ὡς οὐσ., ὁ αἴτιος=ὁ κατηγορούμενος, ὁ δράστης, ὁ ὑπόδικος' τὸ αἴτιον=ἡ αἰτία ἑνὸς πράγματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: