Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

αἰχμητής

(ὁ)' θηλ. αἰχμῆτις' (αἰχμή)' ὁ δόρυ φέρων, ὁ πολεμικός | 2. ὡς ἐπίθ., φιλοπόλεμος, γενναῖος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: