Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

κάμνω

εἶμαι κατάκοπος, ἐξαντλημένος | 2. αἰσθάνομαι ἄσχημα, εἶμαι ἀσθενής | 3. γεν., εἶμαι περίλυπος, στενοχωρημένος, βασανισμένος | 4. οἱ καμόντες, οἱ κεκμηκότες, ἐπ. κεκμηότεςκεκμηῶτες=οἱ ἐπιτελέσαντες τὴν ἀποστολή των, οἱ νεκροί' οἱ κάμνοντες=οἱ νοσοῦντες, οἱ ἀσθενεῖς' κεκμηκότες=τὰ πνεύματα (οἱ σκιές) τῶν νεκρῶν.

ΙΙ. μτβτ., κατασκευάζω τι μετὰ κόπου, ἐργάζομαι σκληρά' κερδίζω τι μὲ πολὺ κόπο.

[
κάμω, ὑποτ. ἀορ. β’ (Α 168)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: