Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

πολεμέω

ποιητ. πολεμίζω, πτολεμίζω' (πόλεμος)' ὡς καὶ νῦν, πολεμάω' πολεμίζω μετά τινι=διεξάγω πόλεμο μὲ τὴ συμμαχία κάποιου | 2. μτγν., φιλονικῶ, λογομαχῶ, διαπληκτίζομαι.

ΙΙ. μτβτ., πολεμῶ τινα, μάχομαι πρός τινα.

[
πολεμίζων, ἀρσ. μτχ. ἐνεστ. τοῦ πολεμίζω (Α 168)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: