Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

ὀνειδίζω

(ὄνειδος)' ἐπιρρίπτω μομφὴ κατά τινος, κατηγορῶ τινα, μέμφομαι, ἀποδίδω εἴς τινα κακόν τι | 2. ἐπιπλήττω, ἐπιτιμῶ.

[
ὀνείδισον, προστ. ἀορ. (Α 211)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: