Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

μηδέ

(μή + δέ)' ἀρνητικὸ μόριο, συγγενικὸ μὲ τὸ οὐδέ' ὡς σύνδ., ἀλλὰ δέν.., καὶ δέν..., οὔτε, μήτε | 2. μηδέ... μηδέ=οὔτε... οὔτε...

ΙΙ. ὡς ἐπίρ. συναπτόμενον μετὰ μίας μόνο λέξεως ἢ περιφράσεως ἐκφράζει ἐνισχυμένη ἄρνηση' ὅλως διόλου ὄχι' μηδ᾿ ἀρχήν=οὔτε καὶ κατ᾿ ἀρχήν, ἐν γένει ὄχι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: