Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

οὐδέ

(οὐ + δέ)' ἐπίρ.' συνάπτει δύο προτάσεις' ἀλλὰ δέν, οὔτε | 2. ἐνισχύει τὴν ἄρνηση ὅταν συνάπτεται μετὰ μίας λέξεως ἤ φράσεως, οὔτε καί | 3. οὐδέ... οὐδέ=οὔτε... οὔτε ἀκόμη καί..., ὄχι ἁπλῶς δέν... ἀλλὰ οὔτε καί...

Δεν υπάρχουν σχόλια: