Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

λήγω

ὡς τὸ παύω, κατευνάζω, καταστέλλω | 2. συχνοτ. ἀμτβ., παύομαι, παύω, τελειώνω, σταματῶ, ἀπό τι' λήγω ἔριδος=παύω νὰ φιλονεικῶ.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΛΑΓ-.

[
λῆγε, προστ. (Α 210)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: