Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

παῦω

ὡς καὶ νῦν, σταματῶ | 2. ἐπὶ βασιλέων, παύω τινὰ τῆς βασιλείας=τὸν ἐκθρονίζω.

[
παύσειεν, γ’ ἑν. αἰολ. εὐκτ. ἀορ. α’ (Α 192)]
[
παύσουσα, μτχ. μέλλ. (Α 207)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: