Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

γλαυκῶπις

(ἡ) (γλαυκός + ὤψ), ἐπὶθ. τῆς Ἀθηνᾶς' ἡ ἔχουσα ἀκτινοβολοῦντας ὀφθαλμούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: