Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

ἑταῖρος

ἐπ. καὶ ἰων. ἔταρος (ὁ), (ἔτης)' σύντροφος, φίλος, συνοδός, ὀπαδός | 2. ὡς ἐπίθ., κοινωνός, συνέταιρος, σύμμαχος | 3. ὑπερθ., ἑταιρότατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: