Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

καρτερός, ά, όν

(κάρτος)' κρατερός, δυνατός, ἰσχυρός, ῥωμαλέος, γενναῖος | 2. ἐπὶ τοποθεσιῶν, ὀχυρός, ἰσχυρός, ἀπόρθητος | 3. ὁ κάτοχος' ὁ κύριος ἑαυτοῦ, ἐγκρατής | 4. ἐκτὸς τῶν ὀμαλῶν παραθετικῶν καρτερώτερος, -ώτατος, ἀπαντᾷ συνηθέστερα, τὰ ἀνώμαλα κρείσσων, κράτιστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: