Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

σφωΐτερος, α, ον

Ι. κτητ. ἀντων. ἐκ τοῦ σφῶι (δυϊκ. τῆς προσ. ἀντων. δευτέρου προσ.)' ὁ ἀνήκων εἰς ἐμὰς τοὺς δύο.

ΙΙ. κτητ. ἀντων. ἐκ τοῦ σφωέ (δυϊκ. τῆς προσ. ἀντων. γ’ προσ.)' ὁ ἀνήκων εἰς αὐτοὺς τοὺς δύο | 2. καὶ ὡς κτητ. ἀντων. ἑν. ἀριθμ. γ’ προσ.' δικός του, ἐός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: