Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

ἐπιπείθομαι

(ἐπί + πείθομαι)' πείθομαι, εἶμαι πεπεισμένος, ὑποχωρῶ εἰς τὴν πειστικότητα | 2. μετὰ δοτ., ἔχω ἐμπιστοσύνη, πεποίθηση | 3. συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω, ὑπακούω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: