Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ἀναιδής, ές

(α + αἰδώς, αἰδέομαι)' ὁ ἄνευ αἰδοῦς, ἀναίσχυντος, αὐθάδης, θρασύς.

ΙΙ. ἐπὶ πραγμ., ἀνηλεής, σκληρός' ὁ λίθος τοῦ Σισύφου καλεῖται λᾶας ἀναιδής=ἄσπλαχνος, ἀναίσχυντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: