Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

λόχος

(ὁ), (λέγω)' ἐνέδρα, τόπος γιὰ ἐνέδρα | 2. ἡ πράξη τοῦ ἐνεδρεύειν | 3. οἱ ἄνδρες ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἐνέδρα | 4. ἔνοπλο τμῆμα στρατιωτῶν, τμῆμα λαοῦ.

ΙΙ. τοκετὸς, γέννα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: