Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

ἀριστεύς

(ὁ), (ἄριστος)' ὁ ἄριστος, ὁ ἱκανώτερος | 2. παρ' Ὁμ. κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., οἱ ἄριστοι, οἱ ἄρχοντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: