Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

ὄμμα

(τό)' ὀφθαλμός, μάτι' κατ᾿ ὄμμα=κατὰ πρόσωπον, κατάματα' ὄμμα νυκτός=ἡ σελήνη' ὄμμα αἰθέρος=ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ αἰθέρος, ὁ ἥλιος | 2. τὸ ὁρώμενον, ὅ,τι τις βλέπει, τὸ θέαμα | 3. φάντασμα, φάσμα, εἰκὼν τῆς φαντασίας | 4. γεν. φῶς' μτφρ., ὅ,τι φέρει φῶς, χαρά, παρηγοριά, κάθε τὶ πολύτιμο καὶ προσφιλές, ὅπως ἡ κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: