Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

οἰνοβαρύς, ές

(οἶνος + βαρύς)' βαρὺς ἀπὸ τὸ πολὺ κρασί, μεθυσμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: