Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

ὄζος

(ὁ)' βλαστός, κλῶνος, κλωνάρι | 2. μτφρ. γόνος, ἀπόγονος | 3. θεράπων, σύντροφος, ὑπηρέτης' ὄζος Ἄρηος=θεράπων τοῦ Ἄρεως, ἐπὶ ἐξαιρετικῶν ἀνδρείων πολεμιστῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: