Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

φύω

γεννῶ, παράγω, κάνω κάτι νὰ φυτρώσει | 2. ὁ φύσας=ὁ γεννήτωρ, ὁ πατήρ' ὁ φύς=ὁ υἱός | 3. μτφρ. φύω φρένας=ἀποκτῶ μυαλό, κατανοῶ' φύω δόξαν=ἀποκτῶ δόξα, σχηματίζω ὑψηλὴ περὶ ἐμαυτοῦ γνώμη.

ΙΙ. παθ. καὶ μέσο φύομαι, φυτρώνω, αὐξάνομαι, ἀναπτύσσομαι, μεγαλώνω, ἔρχομαι εἰς φῶς,παράγομαι | 2. ἐπὶ ἀνθρώπων, γεννῶμαι, γίνομαι, λαμβάνω ὕπαρξιν, ἔχω ἐκ φύσεως αὐτὸν ἤ τὸν ἄλλον χαρακτῆρα, εἶμαι | 3. ὁ ὑπερσ. ἐπεφύκειν ὡς πρτ.' ὁ ἀόρ. β’ ἔφυν συχνὰ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἐπίρ.: τὰ δεύτερα πέφυκε κρατεῖν=εἶναι ἡ φύσις τῶν δευτέρων πραγμάτων νὰ ἐπικρατοῦν, φύσει ἐπικρατοῦν | 4. μετὰ δοτ., πίπτω εἴς τινα ἐκ φύσεως, εἶμαι ὁ φυσικὸς κλῆρος του' ἄνθρωπος πεφυκώς=ὁ ἄνθρωπος ὅπως εἶναι πλασμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: