Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

γῆ

(ἡ) (ῥ. ΓΑ-, ΓΕΝ- τοῦ γίγνομαι), δωρ. γᾶ, Κυπρ. ζᾶ, ὁμ., ποιητ. γαῖα, ἰων. γέη' ἔδαφος, χῶμα | 2. πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: