Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

πίπτω

(ἀντὶ πι-πετω, ἀναδιπλ. ἐκ ῥ. ΠΕΤ- τῆς πέπτωκα), πέφτω, πέφτω χάμω | 2. πέφτω ἐν μάχῃ, φονεύομαι | 3. παύω, σταματῶ | 4. νικῶμαι, καταβάλλομαι, ὑπό τινος | 5. ἀποτυγχάνω | 6. ἐπὶ δράματος, ἀστοχῶ, ἀποδοκιμάζομαι | 7. μεταβάλλομαι, γίνομαι, ἀποβαίνω, συμβαίνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: