Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

ἀνδροφόνος, ον

(ἀνήρ + φένω)' ὁ φονεύων ἄνδρες | 2. θηλ. ἡ ἀνδροφόνος=ἡ φονεύσασα τὸν σύζυγόν της | 3. ὡς νομ. ὅρ., ὁ ἀποδειχθεὶς ἔνοχος ἀνθρωποκτονίας, ἀνθρωποκτόνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: