Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

ἱκάνω

ἐπ’ἐκτετ. τύπος τοῦ ἵκω, μόνο κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ. ἐν χρήσει' ἔρχομαι, φθάνω εἰς, ἐκτείνομαι μέχρι.

ΙΙ. μέσον, ἱκάνομαι, ὡς τὸ ἐνεργ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: