Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

ἀμύσσω

ἀττ. ἀμύττω, ρ. ΜΥΚ-' κατασχίζω, τραυματίζω, κατακομματιάζω | 2. μτφρ., θυμὸν ἀμύξεις χωόμενος=θὰ κατασπαράξεις τὴν καρδίαν σου ἀπὸ τὴν λύπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: