Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

γείνομαι

(γείνω, γεννάω), ὡς παθ. ἐν χρήσει μόνο κατ᾿ ἐνεστ. μτβτ. ἐνν.' γέννησα | 2. γεννῶ (ἐπὶ πατρός) καὶ τίκτω (ἐπὶ μητρός)' ἡ γειναμένη=ἡ μητέρα, οἱ γεινάμενοι=οἱ γεννήτορες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: