Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

μείρομαι

ἀποθ.' ἐνεστ., λαμβάνω μέρος ποὺ μοῦ ἀνήκει, συμμερίζομαι, συμμετέχω' ἡμισυ μείρεο τιμῆς=τὸ ἥμισυ λάβε τῆς τιμῆς ποὺ σοῦ ἀνήκει | 2. πρκ. ἔμμορα, ἔχω ἢ λαμβάνω, τυγχάνω' ἔμμορε τιμῆς=ἔλαβε τὸ μερίδιό του ἀπὸ τὴν τιμή | 3. ὁ παθ. πρκ. ὡς ἀπρόσ., εἵμαρται=εἶναι πεπρωμένο, ἀποτελεῖ ἀπόφαση της μοῖρας' ὁ ὑπερσ., εἵμαρτο=ἦταν πεπρωμένο, εἶχε ἀποφασισθεῖ ἔτσι' μτχ. εἱμαρμένος, η, ον=πεπρωμένος, προωρισμένος, ἀποφασισμένος' ὡς οὐσ. τὸ θηλ. εἱμαρμένη (ἐνν. μοῖρα), ὡς τὸ πεπρωμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: