Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

σκηπτούχος, ον

(σκῆπτον=σκῆπτρον + ἔχω)' ὁ κρατῶν ῥάβδο ἢ σκῆπτρο ὡς σύμβολο ἐξουσίας, σκηπτροφόρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: