Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

ἀέκων, -ουσα, -ον

ἀττ. συνῃρ. ἄκων, -ουσα, -ον (α στερ. + ἑκών)' παρὰ τὴ θέληση, ἀκούσιος, ἀναγκασμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: