Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

πειράω

(πεῖρα)' ἀποπειρῶμαι, ἐπιχειρῶ, ἀναλαμβάνω, δοκιμάζω | 2. κάνω ἀπόπειρα ἐναντίον τινός, ἐπιτίθεμαι κατά τινος | 3. ἀπολ., δοκιμάζω τὴν ἱκανότητά μου ἢ τὴν τύχη μου σὲ ἕνα πρᾶγμα.

ΙΙ. τὸ ἀποθ. πειράομαι' κάνω δοκιμὴ διά τινα, τὸν δοκιμάζω, θέτω ὑπὸ δοκιμασία | 2. ἐξετάζω, ἐρευνῶ, ἐρωτῶ | 3. δοκιμάζω ἐμαυτόν (τὴν δύναμη μου) ἐναντίον τινος' πεπείρημαι μύθοις=ἔχω δοκιμάσει ἐμαυτόν, εἶμαι ἔμπειρος στοὺς λόγους, εἶμαι εὐφραδής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: