Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ἀτρύγετος, η, ον

(α στερ. + τρυγάω)' ἄκαρπος, ἄγονος, γεν. ἔρημος, ἐγκαταλελειμμένος | 2. παρ᾿ Ὁμ. ἔρημος μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπεραντοσύνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: