Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ἑλίσσω

ἀττ. ἑλίττω, ἐπ. καὶ ἰων. εἱλίσσω' παθ. καὶ μέσον, ἑλίσσομαι' περιστρέφω, τυλίσσω | 2. κινῶ ταχέως, στρεφεδινῶ' πλάταν ἑλίσσω=κωπηλατῶ ταχέως | 3. μτφρ. περιστρέφω στῆ διάνοιά μου, διανοοῦμαι, ἀναπολῶ | 4. ἀμτβ. σπεύδω, βιάζομαι, περιφέρομαι ταχέως, στρέφω τὸ πρόσωπο ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, γύρω, στρέφομαι πρὸς τὸν κόλπο (ἐπὶ τῶν κυμάτων) - πηγαίνω ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, πέρα-δῶθε, εἶμαι συνεχῶς ἀπασχολημένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: