Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ὑγρός, ά, όν

(ὕω, ὕδωρ)' ὡς καὶ νῦν, ῥευστός, ἀντίθ., ξηρός | 2. ἡ ὑγρά=ἡ θάλασσα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἡ χέρσος=ἡ ξηρά' ὑγρὰ κέλευθα ἢ ἁπλῶς ὑγρά=οἱ θαλάσσιες ὁδοί, ἡ θάλασσα | 3. θῆρες ὑγροί=θαλάσσια ζῷα, ἢ γεν. ὑδρόβια, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ χερσαῖα | 4. μαλακός, εὔκαμπτος, εὐλύγιστος' κέρας ὑγρόν=εὔκαμπτον τόξον | 5. μτφρ. ἐπὶ προσώπων, εὔκολος στοὺς τρόπους, ἐνδοτικός, ὑποχωρητικός, ἤπιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: