Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

λῦμα

(λούω)' ῥύπος, ἀκαθαρσία, ποὺ καθαρίζονται μὲ τὸ νερό | 2. ὄνειδος, καταισχύνη, ἀτιμία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: