Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

θεράπων

(ὁ)' ὑπηρέτης, ἀκόλουθος (διαφέρων ἀπὸ τὸν δοῦλο κατὰ τὸ ὅτι προσφέρει ἐλευθέρως τὶς ὑπηρεσίες του)' παρ᾿ Ὁμ., ὁ σύντροφος στὰ ὅπλα, συμπολεμιστής, ἂν καὶ κατωτέρας τάξεως, ὅπως ὁ Πάτροκλος ὡς θεράπων τοῦ Ἀχιλλέως' οἱ βασιλεῖς ἐκαλοῦντο Διὸς θεράποντες, οἱ πολεμιστὲς θεράποντες Ἄρηος, καὶ οἱ ποιητὲς Μουσάων θεράποντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: