Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

ῥίγιον

συγκρ. ἐπίρ. (ἐκ τοῦ ῥίγος)' ψυχρότερο, παγερώτερο | 2. μτφρ., φοβερώτερο, φρικτότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: