Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ὀφέλλω

=ὀφείλω (ῥ. ΟΦΕΛ-): χρωστῶ | 2. ἀπόλ., εἶμαι χρεωμένος, ἔχω χρέη | 3. παθ. χρωστοῦμαι, μένω ὡς χρέος | 4. μτχ.ὀφειλόμενος=χρεωστούμενος, ἁρμόζων | 5. μετ᾿ ἀπρφ., ὀφείλω νὰ πράξω κάτι | 6. ὁ ἀόρ. β’ ὤφελον (ἐπ. ὄφελον) ἢ καὶ ὁ πρτ. ὤφελλον (ἐπ. ὄφελλον) γιὰ πράγματα τὰ ὁποία δὲν ἔπραξε κάποιος: ὄφελεν ἀθανάτοισιν εὔχεσθαι= ἔπρεπε νὰ εἶχε εὐχηθεῖ στοὺς θεούς | 7. οἱ ἴδιοι χρόνοι καὶ πρὸς δήλωση εὐχῆς (ἢ ἐπιθυμίας), ἡ ὁποία δὲν ἐξεπληρώθει ἢ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρωθεῖ: τὴν ὄφελ᾿ ἐν νήεσσι κατακτάμεν Ἄρτεμις=αὐτὴν ἔπρεπε νὰ τὴν εἶχε φονεύσει (εἴθε νὰ τὴν εἶχε φονεύσει) ἡ Ἄρτεμις (ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκανε)' αἴθ᾿ ὄφελες ἄγονός τ᾿ ἔμεναι ἄγαμός τ᾿ ἀπολέσθαι=εἴθε νὰ μὴν εἶχες γεννηθεῖ ἢ (μιὰ καὶ γεννήθηκες) νὰ εἶχες πεθάνει ἄγαμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: