Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

χέω

ἐπ. χεύω, (ρ. ΧΥ-)' ἐπὶ ὑγρῶν, χύνω, ἀφήνω κάτι νὰ χυθεῖ, ρέω' παθ., χύνομαι, ῥέω, ἀναβλύζω | 2. παθ., ὑγροποιοῦμαι, τήκομαι, λυώνω | 3. μέσον, χύνω κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό μου, κυρ. ἐπὶ νεκρικῶν σπονδῶν, προσφέρω σπονδές στοὺς θεούς.

ΙΙ. ἐπὶ στερεῶν,, σκορπίζω, διασκορπίζω, διασπείρω | 2. ὅπως καὶ τὰ χόω, χώννυμι, ἐπισωρεύω χῶμα καὶ σχηματίζω λόφο' τύμβον χέω=ἐγείρω τύμβο | 3. χέω δοῦρα=ῥίπτω δόρατα, τὰ ἐξακοντίζω ἀκαταπαύστως | 4. ἀφήνω κάτι νὰ πέσει, ῥίπτω κάτω | 5. παθ., ῥίπτομαι, ἐπισωρεύομαι, συσσωρεύομαι στὸ ἴδιο μέρος | 6. ἐν τῷ παθ. ἐπὶ ἀνθρώπων, ξεχύνομαι ὡς ποταμός, ἐξορμῶ σὲ πυκνὲς μάζεςμ, κατὰ στίφη

ΙΙΙ. μτφρ. ἐπὶ ἤχων, ἐκπέμπω, παράγω, φωνήν, αὐδήν | 2. ἐν τῇ μτχ. παθ. πρκ. κεχυμένος εἴς τι=ἐντελῶς παραδεδομένος σὲ κάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: