Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ὑψιβρεμέτης

(ὁ) (ὕψι + βρέμων): ὁ ὑψηλὰ βρέμων, βροντῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: