Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

τυτθός, ή, όν

μικρός, λίγος, νέος, νεογνός.

ΙΙ. τὸ οὐδ. τυτθὸν ὡς ἐπίρ.=λιγάκι, μόλις καὶ μετὰ βίας, δύσκολα, παρ᾿ ὀλίγον, σχεδόν | 2. ἐπὶ φωνῆς, χαμηλοφώνως, ἡρέμα.

ΙΙΙ. τυτθὰ διατμῆξαι=κόβω σὲ μικρὰ τεμάχια, κομματιάζω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: