Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

πάντῃ

δωρ. παντᾷ, ἐπίρ. (πᾶς)' ἐπὶ τόπου, παντοῦ, σ' ὅλα τὰ μέρη, πρὸς πᾶσαν κατεύθυνση | 2. ἐπὶ τρόπου, κατὰ πάντα τρόπο, παντοιοτρόπως, ὁλοσχερῶς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: